Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014



                                                                   
Ιστορική  και  Ηθική  διάσταση  του
φαινομένου  της  Εργασίας
                                                                                                του Φ.Κ. Βώρου*
Με την εισήγηση τούτη επιχειρείται η υποστήριξη δύο γνωστών θέσεων:
α. Ότι ο θεσμός της εργασίας διαμορφώνεται μέσα στον ιστορικό χρόνο και αποτελεί αναγκαίο συστατικό της ύπαρξης του ανθρώπου και παράλληλα συμβάλλει στη διαμόρφωση του Ανθρώπου[1] και της Ιστορίας του.
β. 'Οτι η εργασία ως απασχόληση και μέσο βιοπορισμού διαμορφώνει το ήθος[2] του Ανθρώπου στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, με τρόπο θετικό, όταν χαίρεται την εργασία του και απολαμβάνει ή συναπολαμβάνει τα αγαθά της, με τρόπο αρνητικό όταν αποστρέφεται την εργασία ή την υποτιμά ή τη στερείται ή επιχειρεί να καρπωθεί τα αγαθά της εργασίας άλλων.
Προοίμιο:
Για μία πρώτη προσέγγιση [των παραπάνω δύο θέσεων] επικαλούμαι πρώτα μερικές γνωστές ρήσεις από τις κοινότοπες ή παροιμιακές ή επιγραμματικές εκφράσεις, όπου έχει αποκρυσταλλωθεί ανθρώπινων κοινωνιών η στάση απέναντι στο φαινόμενο της εργασίας: Ενδεικτικά:
1.  Οι πρωτόπλαστοι τιμωρήθηκαν για την παρακοή τους με ποινή βαριά: να κερδίζουν τα αναγκαία της ζωής με τον ιδρώτα του προσώπου  τους, με εργασία κοπιώδη[3]. Μωϋσής: «ου κλέψεις».
2.  Ο Ησίοδος για την εποχή του ((και ίσως από προσωπική πείρα) έδωσε ένα στίχο αποφθεγματικό για την εργασία: «Έργον ουδέν όνειδος, αεργίη το όνειδος»[4]. Υποδηλώνει ότι κάποιοι νέμονταν τα αγαθά της εργασίας άλλων και απέφευγαν την εργασία, τη θεωρούσαν κοινωνικά μειωτική ενώ άλλοι πρόβαλλαν ως τιμή κοινωνική την εργασία.
3.  Ο Περικλής προφέρει, ως πολιτική υποθήκη αναμφίβολα - για την αθηναϊκή κοινωνία του 429 π.Χ. - ότι: «το πένεσθαι ουχ ομολογείν τινί αισχρόν, μη φεύγειν δ’ έργω αίσχιον». (Επιτάφιος).
4.  Περίπου έναν αιώνα αργότερα ο Αριστοτέλης, καταξιώνοντας γενικά την εργασία αλλά διαβαθμίζοντας τις μορφές της και τους στόχους της φιλοσοφικά (αξιολογικά) σημείωσε: «Άπας ο βίος διήρηται εις ασχολίαν και εις σχολήν (εργασία και σχολή ή ελεύθερο χρόνο)... και των πρακτών τα μεν εις τα αναγκαία και χρήσιμα τα δε εις τα καλά ..... τα δ’ αναγκαία και χρήσιμα των καλών χάριν (ένεκεν)...»[5].
5.  Ο μαθητής του Αλέξανδρος, όχι ως φιλόσοφος αλλά ως πολιτικο-στρατιωτικός αρχηγός, χρησιμοποίησε την αναγκαστική εργασία ως τιμωρία για τους Έλληνες μισθοφόρους που συνέλαβε στην υπηρεσία των Περσών κατά τη μάχη στο Γρανικό.[6]
6.  Αργότερα, στα πλαίσια της Χριστιανικής Κοινότητας η εργασία κρίνεται ως προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της και διατυπώνεται ως κανόνας ηθικής τάξης και ανάγκης· η οδηγία του Παύλου είναι σαφής «εί τις μη θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω».[7]
Σε εκφράσεις όπως οι παραπάνω έχει αποτυπωθεί διαφορετικών κοινωνιών η εκτίμηση για την εργασία, παράλληλα με την παραδοχή ότι η εργασία είναι θεσμός αναγκαίος, αφού με αυτόν παράγονται τα αναγκαία αγαθά, που όλοι τα χρειάζονται και τα διεκδικούν. Γύρω από τη νομή ή διανομή ή διεκδίκηση των παραγομένων αγαθών έχει υφανθεί η ιστορία των κοινωνιών και έχει διαμορφωθεί η ηθική των κοινωνικών ομάδων, που εργάζονται και παράγουν ή νέμονται αγαθά τα οποία παράγουν άλλοι. Κάποτε η εργασία καθεαυτή αποτελεί προσφορά υπηρεσίας προς το συνάνθρωπο και διαμορφώνει ήθος αφοσίωσης, ήθος φιλάνθρωπο, το οποίο εκφράζεται ως κανόνας κοινωνικής συμπεριφοράς. Νομίζω ότι το πρώτο δείγμα τέτοιου ήθους διαφαίνεται στον ιπποκρατικό όρκο, όπου διατυπώνεται η άποψη ότι ο γιατρός υπάρχει και δρα «επ’ ωφελία των καμνόντων».[8]
Όλη, λοιπόν, την ιστορική και ηθική διάσταση του φαινομένου ή του θεσμού της εργασίας νομίζω ότι μπορεί κανείς να την παρακολουθήσει στις ακόλουθες φάσεις και πτυχές:
α.    Περίοδο δουλοκτητικής  εργασίας (κατά την αρχαιότητα).
β.    Περίοδο δουλοπαροικίας (κατά το μεσαίωνα και ως τις αρχές του αιώνα μας).
γ.    Δουλεία κατά την περίοδο του νεότερου αποικισμού και του δουλεμπορίου.
δ.    Εκμετάλλευση της εργασίας στα πλαίσια της βιομηχανικής-κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.
ε.    Εργασία του μετανάστη κατά τον εικοστό αιώνα.
στ. Αλλοτρίωση του ανθρώπου μέσα στον πλούτο των αγαθών που παράγει και δεν απολαμβάνει.
ζ.    Χαρά της εργασίας ως δημιουργικής δραστηριότητας και στέρηση αυτής της χαράς στα πλαίσια ειδίκευσης, καταμερισμού και αλλοτρίωσης του ατόμου.
η.    Προσπάθειες κοινωνικοκρατικής οργάνωσης της εργασίας για τη λύτρωση του ανθρώπου από την αλλοτρίωση και τη στέρηση των αγαθών που παράγει.    
θ.    Κορύφωση της αγωνίας στα πλαίσια της σύγχρονης ανεργίας.
ι.     Ελπίδες ή προσδοκίες για χάραξη δρόμου σωτηρίας του Ανθρώπου από την κόλαση που παράγει με τη «σοφία» του και τη βουλιμία του, την εργασία του και τη βουλιμία του για αγαθά.
ια.   Διαμόρφωση της συνείδησης του ανθρώπου μέσα στα πλαίσια των σχέσεων που δημιουργεί με την εργασία του.          
ιβ.   Προσπάθεια ερμηνείας της ιστορίας του ανθρώπου με ερμηνευτικό νήμα την εργασία και τα αγαθά που παράγει και την αντιδικία περί τη νομή, διανομή ή κατανομή των αγαθών.
ιγ.   Η χαρά της εργασίας και η προσδοκία του ελεύθερου χρόνου.
ιδ.   Άλογη έως ασύνετη επιβάρυνση της εκπαίδευσης των παιδιών και ανάλγητη επιβάρυνση της εκπαίδευσης των εφήβων (στο Λύκειο), ως το σημείο υπονόμευσης της ψυχικής υγείας τους (με την προωθούμενη τώρα Μεταρρύθμιση), για να μπορούν να ελπίζουν ότι κάποια περίοδο της ζωής τους θα εργαστούν για τον εαυτό τους, για να δικαιώσουν την ύπαρξή τους στην κοινωνία.
Ευνόητο ότι στα πλαίσια τούτης της εισήγησης δεν είναι δυνατή η ανάλυση  όλων αυτών των φάσεων ή πτυχών. Ενδεικτικά  θα θίξουμε μερικές μόνο.

α.    Η δουλεία κατά την Αρχαιότητα
Ο θεσμός της δουλείας αποτέλεσε την πιο έκδηλη μορφή εκμετάλλευσης της εργασίας του ανθρώπου από το συνάνθρωπό του, το δουλοκτήτη. Κατά την αντίληψη των αρχαίων ο δούλος είναι από τη φύση του δούλος, αν και ο Αριστοτέλης αμβλύνει φραστικά την αντίληψη αυτή, υπογραμμίζοντας την ανθρώπινη ιδιότητα του δούλου.[9] Μόνο οι Σοφιστές αμφισβήτησαν με παρρησία το θεσμό της δουλείας.[10] Γενικά όμως ο δούλος θεωρούνταν κατώτερη υπόσταση κοινωνικά, πολιτικά[11], ηθικά. Ο δούλος ήταν «έμψυχον όργανον».
β.    Ο εξευτελισμός της ανθρώπινης υπόστασης του δούλου ολοκληρώθηκε κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους. Και με το τέλος της Ρωμαϊκής Εποχής ο θεσμός της δουλείας εξελίχθηκε σε δουλοπαροικία. Τότε πια ο δούλος δεν ήταν καν «έμψυχον όργανον», εμπόρευμα ανεξάρτητο, αλλά εξάρτημα του κτήματος όπου ζούσε.[12] Ο Χριατιανισμός αναγνώρισε και ολοκλήρωσε την άποψη των Σοφιστών και κήρυξε ότι «ουκ έστιν δούλος ή ελεύθερος», αλλά μόνο ενώπιον του Θεού[13], γιατί στη γη τα του Καίσαρος τω Καίσαρι».[14]
Πιο ειδικά, η θέση του Χριστιανισμού απέναντι στο φαινόμενο της εργασίας και το πρόσωπο του εργαζόμενου μπορεί να συνοψιστεί στο εξής[15]:
1.  Προωθεί - ως θρησκευτικό καθήκον πρώτα - ως κοινωνικό αίτημα για τον εργαζόμενο την αργία μιας ημέρας την εβδομάδα.
2.  Θέλει «τον εργάτη άξιον του μισθού αυτού» (Λουκάς, ι’ 7, Παύλος προς Τιμόθεον, ε’ 18).
3.  Απαιτεί υπέρ του δούλου «δίκαιον και ισότητα» εκ μέρους του κυρίου του (προς Κολοσσαείς, δ’ 11).
4.  Απαιτεί και από τον εργαζόμενο σεβασμό και ευσυνειδησία προς τον εργοδότη (προς Εφεσίους, στ’ 6 και προς Κολοσσαείς, γ’ 23).
5.  Χαρακτηρίζει χρέος φυσικό και κοινωνικό την εργασία και καταδικάζει τη βάρβαρη συμπεριφορά προς τον εργαζόμενο, κυρίως δια του κηρύγματος των κορυφαίων θεολόγων του 4ου αιώνα.[16]
Η δουλεία και η δουλοπαροικία με ποικίλες μορφές διατηρήθηκαν ως τις αρχές του αιώνα μας. Η ηθική της κοινωνίας των ελεύθερων έναντι των δούλων ή δουλοπαροίκων συνοψίζεται στο ότι τους αξιοποιούσε για την παραγωγή έργου, αλλά δεν τους αναγνώριζε δικαιώματα (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά).
Παραδείγματα ευπρεπούς ανθρώπινης συμπεριφοράς απέναντι σε δούλους δεν έλειψαν, αλλά ήταν εξαιρέσεις.[17] Και περιπτώσεις δούλων που τίμησαν την ανθρώπινη υπόστασή τους και διακρίθηκαν με το έργο τους είναι γνωστές.[18] Αλλά η γενική υποτίμηση της υπόστασης και του έργου του δούλου από την κοινωνία των ελεύθερων επηρέασε ακόμη και την ονομασία της εργασίας του ανθρώπου με την υποτιμητική έκφραση - προσωνυμία της δουλείας. Στη γλώσσα μας η εργασία και του «ελεύθερου» λέγεται δουλειά· και στις λατινογενείς γλώσσες - κοινωνίες η προσφορά εργασίας επωνυμήθηκε από τον servus (δούλο) και λέγεται service· αργότερα το να προσφέρει κάποιος υπηρεσία στον εαυτό του ονομάστηκε «ευγενικά» αυτοδουλεία (self-service).
Κατά τους αιώνες της θεσμοθετημένης δουλείας και δουλοπαροικίας[19] των εργαζομένων δεν έλειψαν περιπτώσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς των δουλοκτητών ή των γαιοκτημόνων έναντι των δούλων και δουλοπαροίκων, αντίστοιχα[20], όπως δεν έλειψαν και φωνές υπεράσπισής τους, π.χ. από τον Ιωάννη Χρυσόστομο.[21] Ουσιαστικά όμως και συστηματικά αμφισβήτησε τη δουλεία και δουλοπαροικία και τον συναφή ευτελισμό του ανθρώπου  και της εργασίας του ο νεότερος Διαφωτισμός[22] επικαλούμενος και προβάλλοντας τα φυσικά δικαιώματα του Ανθρώπου. Τέτοια ήταν η ιδεολογία της αστικής τάξης τον καιρό που διεκδικούσε τιμή για τη δική της εργασία και προχωρούσε για να βγει στο προσκήνιο της  ιστορίας. Πρόσφερε εργασία και τιμούσε την εργασία και τους μη προνομιούχους της φεουδαρχικής κοινωνίας, που επίσης εργάζονταν για την κοινωνία.
Στην καλύτερη στιγμή της ιστορίας της η νεαρή αστική τάξη συμμάχησε με τους εργαζόμενους όλων των κοινωνικών ομάδων, για να ανατρέψει τους προνομιούχους που είχαν ηθικό αξίωμα να μην εργάζονται αλλά να ζουν από την εργασία των μη προνομιούχων[23]. Εκείνη τη στιγμή της ιστορίας - εννοώ βέβαια την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης, όταν η Τρίτη Τάξη συνεδρίασε χωριστά και αυτοανακηρύχθηκε Εθνοσυνέλευση - εκείνη τη στιγμή οι εργαζόμενοι διακήρυξαν την τιμή της εργασίας και των εργαζομένων. Η αυτο-ανακήρυξη της Γ’ Τάξης σε Εθνοσυνέλευση (ανάμεσα στις 17 και 23 Ιουνίου 1789) ουσιαστικά σήμαινε: οι εργαζόμενοι αποτελούν το έθνος και - καθότι εργαζόμενοι - νιώθουν ότι μπορούν να είναι ελεύθεροι, δίκαιοι και αδελφωμένοι.[24]
Παράλληλα με την Κοινωνική Επανάσταση του 1789 πορευόταν η Βιομηχανική Επανάσταση (έργο, καύχημα και όχημα επίσης της αστικής τάξης). Με αυτή συμπορεύτηκαν οικονομικές - κοινωνικές εξελίξεις που διαμόρφωναν, κυρίως από τα τέλη του 18ου διακριτές και ευδιάκριτα συγκρουόμενες δύο κοινωνικές τάξεις: τους εργαζόμενους για παραγωγή και μεταποίηση αγαθών (αγρότες που υπήρχαν ως τάξη από χιλιετίες) και εργάτες πόλης που άρχισαν να πληθαίνουν πολύ και να συνειδητοποιούν την αθλιότητα και τη δύναμή τους)[25] και τους εργοδότες, οι οποίοι στο όνομα του αριστοτελικού προοράν[26] διεκδικούν το δικαίωμα να καρπώνονται μέρος - μικρό ή μεγάλο - από τα αγαθά της εργασίας των εργατών τους. Γύρω από τη διεκδίκηση των αγαθών της εργασίας διαμορφώνονται αντίστοιχα:
-   οι ιδεολογίες (εργοδοτών και εργατών)
-   οι νόμοι (που διέπουν την εργασία)
-   η ίδια η συνείδηση των ανθρώπων και η νοοτροπία τους,
-   τα καταστατικά και τα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων,
-   οι εκπαιδευτικοί θεσμοί,
-   η καλλιτεχνική δημιουργία (στο βαθμό που αυτή εκφράζει τη ζωή και τον ενθουσιασμό γι’ αυτήν ή την κόπωση απ’ αυτήν),
-   ολόκληρο το οικοδόμημα του πολιτισμού, που θεμελιώνεται με την εργασία και βασίζεται σ’ αυτήν.
Στα πλαίσια τούτης της εισήγησης - που είναι απλή ιστορική διαδρομή, απλό ιστορικό διάγραμμα - δε χωρούν όλες αυτές οι αναλύσεις. Ελπίζω όμως ότι οι αναλύσεις αυτές θα γίνουν στα πλαίσια του συνεδρίου από άλλους, αρμοδιότερους εισηγητές. Από την πλευρά μου, νομίζω θεμιτό να κλείσω με τρία θεμιτά δάνεια (από ένα φιλόσοφο, έναν πολιτικό και έναν ποιητή). Όλα επικουρούν τις θέσεις της εισήγησης, οι οποίες βέβαια κατάγονται από τη μελέτη της ιστορίας και της φιλοσοφίας.
α.  Στα πλαίσια συζήτησης για δημόσια, υποχρεωτική, δωρεάν παιδεία στο Βρετανικό Κοινοβούλιο (1830) ένα μέλος του ανέλυσε με σπάνια ειλικρίνεια και σαφήνεια τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς της ιθύνουσας τάξης έναντι των εργαζομένων και της εκπαίδευσης, που ενδέχεται να επηρεάζει την επιλογή επαγγέλματος και την κοινωνική συνείδηση και θέση του εργαζόμενου. Είπε μεταξύ άλλων: «Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο από πρώτη άποψη, η παροχή δωρεάν παιδείας στους φτωχούς που εργάζονται θα απέβαινε καταστρεπτική για την ηθική τους υπόσταση και για την ευτυχία τους. Η μόρφωση θα μάθαινε στους φτωχούς να μισούν την κοινωνική τους κατάσταση, με αποτέλεσμα να μη γίνονται καλοί υπηρέτες, αγρότες, εργάτες, επαγγέλματα που η θέση τους στην κοινωνία τους έχει προκαθορίσει».[27]
β.  Μέσα στους εργατικούς αγώνες κατά το ιθ’ αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου οι εργάτες άρχισαν να συνειδητοποιούν την αξία της κοινωνικής προσφοράς τους και την πολύμορφη αδικία που συντελείται σε βάρος των εργαζομένων ακόμη και με τους νόμους, που έχουν μόνο εξωτερικό ένδυμα δικαιοσύνης. Το καύχημα του εργάτη για την προσφορά του και τη διαμαρτυρία του για την αδικία που του γίνεται συνόψισε ο Κ. Παλαμάς σε λίγους στίχους (το 1923)[28]:
-   Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά:
-   Εμείς οι εργάτες είμαστε, που με τον ίδρωτά μας
ζημώνουμε του κόσμου το ψωμί·
     πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας·
και, μ’ όλο το αλυσόδεμα, σκάβουν και η γη πλουτεί.
γ.  Όλη η δραστηριότητα (και η εργασία) του Ανθρώπου κινείται προς τρεις στόχους, σημείωσε ο Αριστοτέλης· τα κίνητρα αυτής της δράσης γράφει ο ίδιος είναι δυο: «το τε ίδιον και το αγαπητόν».[29] Νομίζω, Κύριες και Κύριοι, ότι το πρώτο στη ζωή μας εμφανίζει υπερτροφία, το δεύτερο μένει ατροφικό. Αν δεν μπορέσουμε να επιτύχουμε ισορροπία ανάμεσα στο «ίδιον και το αγαπητόν» ή - κατά άλλην εκδοχή - το ατομικό συμφέρον και το κοινωνικό, κατρακυλάμε προς τη βαρβαρότητα. Η εργασία που είναι πηγή χαράς και δημιουργίας μετατρέπεται σε όχημα εκμετάλλευσης, αδικίας και ολέθρου. Κλείνω ολοκληρώνοντας την ωραία παρατήρηση του Αριστοτέλη: «δύο γαρ εστίν (κίνητρα) ά μάλιστα κινεί τους ανθρώπους προς το κήδεσθαι και φιλείν, το τε ίδιον και το αγαπητόν».


[1] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1262 b 26.





Copyright © 2001 F. K. Voros

Τεχνική/Διαφημιστική Υποστήριξη: www.fora.gr




[1] Θυμίζω μία παρατήρηση του Αναξαγόρα: «φρονιμώτατον είναι των ζώων άνθρωπον δια το χείρας έχειν». (H. Diels - W. Kranz, Die Fragmente, A102.
[2]  Υποθέτω ότι η εκδοχή αυτή σχετίζεται με μία φάση της ιστορίας του ανθρώπου: από την τροφο-συλλεκτική οικονομία στην καλλιέργεια της γης και τη συναφή χειρωνακτική εργασία.
[3]  Γένεσις, γ 19: Εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου.
[4] Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 309.
[5] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1333α 25-32:
[6] Ο Αριανός (Ανάβασις Αλεξάνδρου, Α16)) σημείωσε σχετικά: «τούτους ο Αλέξανδρος δήσας εν πέδαις απέπεμψεν εις Μακεδονίαν εργάζεσθαι (με το αιτιολογικό ποινής) ότι Έλληνες όντες παρά τα κοινή δόξαντα τοις Έλλησιν υπέρ των βαρβάρων εναντία τη Ελλάδι εμάχοντο».
[7]  Προς Θεσσαλονικείς Β’, γ’ 10: ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω....
[8] Δημ. Λυπουρλής, Ιπποκρατικά Κείμενα, Θεσσαλονίκη, 1982 (περιλαμβάνεται και ο Όρκος).
[9] Ηθικά Νικομάχεια VIII. xi. 6-7: «Ο δούλος έμψυχον όργανον.... (καθ' ||ο) μεν  ουν δούλος ουκ έστι φιλία προς αυτόν, (καθ' }|ο) δε άνθρωπος· δοκεί γαρ είναι τι δίκαιον παντί ανθρώπω προς πάντα δυνάμενον κοινωνήσαι νόμου και συνθήκης· και φιλία δη καθ’ όσον άνθρωπος...».
[10] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1055 a3: «Ότι δε και οι ταναντία φάσκοντες (ότι δεν υπάρχουν «φύσει» δούλοι) τρόπον τινά λέγουσιν ορθώς, ου χαλεμόν ιδείν· ... έστι γαρ τις και κατά νόμον δούλος και δουλεύων· ο γαρ νόμος ομολογία τις εστίν....» Ο σοφιστής Αλκιδάμας διακήρυξε ότι από τη φύση όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι: «ελευθέρους αφήκε πάντας θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκεν». Από τη θέση αυτή θα ξεκινήσει 22 αιώνες αργότερα ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Ο Ρουσώ άρχισε το Κοινωνικό Συμβόλαιο με τούτη τη διαπίστωση-διακήρυξη: «Οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι (από τη φύση), μα είναι παντού αλυσοδεμένοι» (από την κοινωνία που οι ίδιοι δημιουργούν...).
[11] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1052 a32: «άρχον και αρχόμενον φύσει, δια την σωτηρίαν (το μεν γαρ δυνάμενον προοράν άρχον φύσει και δεσπόζον φύσει, το δε δυνάμενον τω σώματι ταύτα ποιείν αρχόμενον και φύσει δούλον· διο δεσπότη και δούλω ταυτό συμφέρει». Και: 1059 b 22 : «ο δούλος όλως ουκ έχει το βουλευτικόν» και (1060 a 12): «ο βάναυσος τεχνίτης αφωρισμένην τινά έχει δουλείαν».
[12] Η θέση του εργαζόμενου ως δουλοπάροικου:
[13] Παύλου, Επιστολή προς Γαλάτας, 3. 26-28: Πάντες γαρ υιοί θεού εστέ δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού· ... ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι  δούλος  ουδέ ελεύθερος.... πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού.
[14] Λουκάς  και  Ιωάννης «απόδότε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, τα του θεού τω θεώ».
[15] Παναγιώτου Μπρατσιώτου, Χριστιανισμός και Εργασία, εν Αθήναις 1959, σελ. 24-27.
[16] ο.π., 6. 9-13, από όπου μεταφέρω:
α) Ει θέλει προς υμάς καθήσαι τεχνίτης ων εργαζέσθω και φαγέτω. Ει δε ουκ έχει τέχνην, κατά την σύνεσιν υμών ποιήσατε, ως μη αργώς μεθ’ υμών ζήσεται χριστιανός....» . «Ει δε ου θέλει ούτω ποιείν, χριστέμπορός εστι». (σελ. 29).
β) Ουδέν αχρηστότερον γένοιτο αν ανθρώπου διατελούντος άπαντα τον χρόνον εν ανέσει και τρυφή... Τι αηδέστερον γένοιτο αν ανθρώπου ουδέν έχοντος ποιείν. Έμπρακτον το ζώον τούτο εποίησεν ο θεός... κατά φύσιν αυτώ εστί το εργάζεσθαι, παρά φύσιν δε το αργείν... πάντα γαρ η αργία βλάπτει και τα μέλη του σώματος... βλάπτει πως η αργία...» (σελ. 11, Ιωάννης Χρυσόστομος).
γ) Ο Χρυσόστομος μέμφεται τους «κεκτημένους τους αγρούς και αδίκως δρεπομένους τον από της γης πλούτον... (και αναφωνεί) τί τούτου γένοιτο αν αδικώτερον; Ει γαρ τις εξετάσειε πώς τοις αθλίοις και ταλαιπώροις γεωργοίς χρώνται βαρβάρων αυτούς ωμοτέρους όψεται. (Μπρατσιώτης, σελ. 13 και παραπέμπει: Ε.Π. 53, 591).
δ) «Η των πλειόνων επιμέλεια πλειόνων εστίν υπηρεσία» (Μπρατσιώτης, σελ. 14 και παραπέμπει: Ε.Π.Μ. 31, 992-3, Μ. Βασίλειος).
[17] Έχει γραφεί για τον Επίκουρο (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, συνεφιλοσόφουν αυτώ οι αδελφοί ... και δούλος, Μυς όνομα (Βίος Επικούρου, § 3) ... προς τους οικέτας ημερότης (ο.π. § 10) ... αφίημι ελεύθερον Μυν ... αφίημι δε και Φαίδριον ελευθέραν (§ 21). Διογένης εν τη Επιτομή των Επικούρου ηθικών δογμάτων ουδέ κολάσειν οικέτας, ελεήσειν μέντοι και συγγνώμην τινί έξειν των σπουδαίων. Επίκτητος, Διατριβαί.
[18] Επίκτητος, Διατριβαί (προοίμιο): «Τα μεν εφ’ ημίν τα δε ουκ εφ’ ημίν»...
[19] Περί δουλείας και δουλοπαροικίας: Δημ. Κυρτάτα, Δούλοι και Δουλεία κατά την Αρχαιότητα.
[20] Αναφέρεται λ.χ. η ειδική πρόνοια του Αριστοτέλη ή του Επίκουρου (δια της διαθήκης τους) υπέρ των δούλων τους.
[21]  Βλέπε σημείωση 16 γ.
[22] Αυτή ουσιαστικά ήταν η ιδεολογία της Τάξης των εργαζομένων στην προεπαναστατική Γαλλία (1789), με τη διευκρίνηση ότι τότε η Τρίτη Τάξη περιλάμβανε στους κόλπους της όλους τους μη Ευγενείς, δηλ. και την αστική τάξη (εργάτες, αγρότες, αστούς, σύνολο c. 98% του πληθυσμού).
[23] A. Maurois, Ιστορία της Γαλλίας, μετ. Κοσμά Πολίτη, σελ. 259-60. Esmond Wright, History of the World, 2. 296.
[24] Esmond Wright (general editor), History of the World, 2. 302: «they proclaimed themselves to be, not the more representatives of the Third Estate, but the National Assembly» (17 June 1789).
«The nation when assembled cannot be given orders» (declared Jean Bailly, the president of the Third Estate). «We will not leave our places, said Mirabeau, except at the point of a bayonet».
Andre Maurois, Ιστορία της Γαλλίας (μετ. Κοσμά Πολίτη), σελ. 270: «Στις 15 Μαΐου οι αντιπρόσωποι της Τρίτης Τάξης μαζί με 15 κληρικούς (που είχαν προσχωρήσει) ανακήρυξαν τη συνέλευσή τους Εθνική Συνέλευση».
[25] Esmond Wright, History of the World, ch. 35: «The New Europe» (industrial), p. 388-405. Φ. Κ. Βώρος, Δοκίμια Εισαγωγής στην Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, σελ.96-129  («Βιομηχανική Επανάσταση»). Fr. Engels, Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία (μετ. Λευτέρη Αποστόλου, μέρος Β’, έκδοση β’).
Τζων Λιούις, Ο Μαρξισμός του Μάρξ (μετ. Τζένης Μαστοράκη, εκδ. «Μπουκουμάνη», 1975), κυρίως τα κεφ. 8, 9, 10, 12 (Αλλοτρίωση, Αδιέξοδο, Διέξοδος, Ο ρόλος των ιδεών στην Ιστορία).
Έριχ Φρομ, Η εικόνα του Ανθρώπου στον Μαρξ (μετ. Λεωνίδας Καρατζάς), εκδ. «Μπουκουμάνη»), ειδικά το κεφάλαιο για την «Αποξένωση» και το χφ. «Αποξενωμένη Ελλάδα».
[26] Θυμίζω τη σημείωση 11, όπου ένα απόσπασμα από τα Πολιτικά του Αριστοτέλη:
[27] Το απόσπασμα αυτό (από το βιβλίο του Κουζινσκί Οι ρίζες της εργατικής τάξης, 1967) περιέχεται στο βιβλίο: Β. Σκουλάτου κ.α.., Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, β’ τόμο (για τη β’ τάξη λυκείου), σελ. 122 (ή 172 ή 202, σε διάφορες εκδόσεις) στο κεφ. «Η Ευρώπη και ο Κόσμος τον 19ο αιώνα».
[28] Κ. Παλαμά, Εμείς οι Εργάτες (από τη συλλογή: Δειλοί και Σκληροί Στίχοι, Σικάγο 1928. Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης του Μιχ. Περάνθη, τόμος Α’, σελ. 76).
[29] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1262 b 26.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου