Ο κόσμος του Καβάφη

Ο K. Π. Καβάφης σε αχρονολόγητο σχέδιο του Γιάννη Κεφαλληνού (Αρχείο Καβάφη)
Οτι ο σπουδαίος αμερικανός
ποιητής Τζέημς Μέρριλ θα έγραφε ένα καυστικό ποίημα για τα
πολιτικοοικονομικά ήθη των ΗΠΑ αναπαράγοντας τη μορφή και το πνεύμα τού
«Περιμένοντας τους βαρβάρους» είναι κάτι που δεν θα πρέπει να μας
εκπλήττει. Οτι όμως στη νεκρώσιμη ακολουθία της Τζάκυ Κένεντυ θα
διαβαζόταν ως τελευταίος αποχαιρετισμός η «Ιθάκη» είναι κάτι που δεν
μπορεί να εξηγηθεί μόνον από το γεγονός ότι η χήρα του Τζων Κένεντυ
διετέλεσε και σύζυγος του Αριστοτέλη Ωνάση. Οπως παράξενη φαίνεται η
συνεμφάνιση αυτών των δύο γεγονότων: ότι ένας ποιητής εκλεκτός των
ποιητών είναι συγχρόνως και αγαπώμενος του αναγνωστικού πλήθους. Το
φαινόμενο παρουσιάζεται ακόμη πιο παράξενο, όταν σκεφτούμε ότι
εμφανίζεται όχι μόνο μέσα στην περιοχή της γλώσσας του συγκεκριμένου
ποιητή, η οποία είναι το μόνο αυθεντικό πεδίο της τέχνης του, αλλά και
στο πεδίο μιας ξένης γλώσσας.
Υπάρχει κάτι το ιδιάζον στον Καβάφη, το οποίο επιτρέπει στην ποιητική
του φωνή να γίνει αισθητή και έξω από τη δική του γλώσσα· μια
μοναδικότητα η οποία, όπως δείχνουν τα χαρακτηριστικά της, διαμορφώθηκε
με τη συγχώνευση ποικίλων στοιχείων, επιγεννημάτων ενός ιδιάζοντος
περιβάλλοντος. Το περιβάλλον αυτό, αλλά και τον ιδιωτικό χώρο του
ποιητή, παρουσιάζει η έκθεση «K.Π. Καβάφης: Ο κόσμος του και οι
εικαστικές μορφές της εποχής του».[...]
* Ενα κριτικό πρόβλημα
H ποίηση του Καβάφη αποτελεί για τα δεδομένα μιας ισχυρής και σήμερα μερίδας της κριτικής ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, το εξής: Ο Καβάφης είναι ποιητής ελληνοκεντρικός. H κυρίαρχη πολιτισμική θεωρία των τελευταίων δεκαετιών, που επέβαλε τις αρχές της και στη λογοτεχνική θεωρία, είναι αντίθετη προς το ενδιαφέρον για εθνικά ιδεώδη και θέματα, το οποίο χαρακτηρίζει, αδιακρίτως, εθνοκεντρικό (με αυτές τις αρχές επικρίνεται από όχι λίγους σήμερα η ποίηση του Σεφέρη). Ομως η - ολοένα αυξανόμενη - γοητεία της ποίησης του Καβάφη είναι τέτοια, που η επίκρισή της με το αντιεθνοκεντρικό κριτήριο θα έθετε σε κίνδυνο την καλλιτεχνική εγκυρότητα του κριτηρίου και το κύρος του ίδιου του κριτικού. Επρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να ξεπεραστεί το πρόβλημα.
Ετσι ως τρόπος με τη μικρότερη θεωρητική απώλεια επελέγη η μεταβάπτιση ή η αγνόηση του προβλήματος. H μεταβάπτιση ακολούθησε τη μέθοδο των μοναχών του Μεσαίωνα μετονομάζοντας το κρέας σε ψάρι για να μπορέσει να το απολαύσει ή να το εκμεταλλευθεί χωρίς τον κίνδυνο παραβίασης του δόγματος. Με τον τρόπο αυτόν ο Καβάφης από συγγραφέας μιας περιοχής του μείζονος ελληνισμού μεταβλήθηκε σε συγγραφέα της διασποράς. H πίστη στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού (στην «ενότητα της ελληνικής παραδόσεως», όπως την ονομάζει ο Καβάφης), η εξύμνηση της ελληνικότητας ως υπέρτατης, κατά τη γνώμη του, ανθρώπινης ιδιότητας («εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν»), η αναζήτηση της φυλετικής ρίζας, ο Μεγαλοϊδεατισμός και τα συναφή αισθήματα που εκφράζει το καβαφικό έργο, εξουδετερώνονται από την οπτική μιας ανάγνωσης, που ανακαλύπτει στον Καβάφη μια «μοναδική διαθεσιμότητα», η οποία της επιτρέπει να απογυμνώσει την ποίησή του από το βασικό ιδεολογικό χαρακτηριστικό της. «Ο Καβάφης» μας επισημαίνεται «είναι διασπορικός· [...] παρέμεινε διεσπαρμένος χρονολογικά και γεωγραφικά, χωρίς ρίζα, χωρίς νόστο, χωρίς προορισμό»· έτσι εκφράζει έναν «οικουμενικό ελληνισμό», στον οποίο δεν μετρούν έννοιες όπως «λαός, πατρίδα, γλώσσα, καταγωγή», και που το «μόρφωμά του συμπεριλαμβάνει όλους εκείνους που σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και θέση, ανεξαρτήτως καταγωγής και ταυτότητας, ζητούν να κατοικήσουν τη γη εμπνεόμενοι από το αγωνιστικό ήθος της συλλογικής αυτοδιοίκησης».
* Αλλες μορφές παρανάγνωσης
H αγνόηση του προβλήματος εμφανίζεται με δύο μορφές. Στην πρώτη οι ελληνικές αναφορές του Καβάφη παρουσιάζονται ως ασήμαντες και αμελητέες. «Ο Καβάφης» διαβάζουμε «δεν λάτρεψε την ελληνική παράδοση και οι πνευματικές του συνδιαλέξεις είναι κυρίως με ευρωπαϊκά ρεύματα και ποιητές». Με την υποβάθμιση αυτή ο Καβάφης απαλλάσσεται από το αμάρτημα των συνδιαλέξεων με την εθνική παράδοση, που επικρίνονται ως γνώρισμα ενός μοντερνισμού συντηρητικής φύσεως, και τοποθετείται στην πρωτοπορία, δηλαδή στις τάξεις των προοδευτικών μοντερνιστών (μαζί με τον Απολλιναίρ, τους φουτουριστές, τους ντανταϊστές, τους υπερρεαλιστές, τον Μπρεχτ), κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι ο λογοτεχνικός διεθνισμός, «η ιδέα της πολιτικής δράσης» και «η κριτική στάση απέναντι στις κοινωνικές και αισθητικές αξίες».
H δεύτερη μορφή της αγνόησης του προβλήματος προσθέτει στην παρανάγνωση του Καβάφη μιαν ακόμη νότα. Εδώ έχουμε έναν ποιητή προοδευτικό εξ ορισμού, αφού - σε αντίθεση με τον αντιδραστικό Σεφέρη που, εμφορούμενος από το ιδεολόγημα της ελληνικής συνέχειας, μυθοποιεί την Ιστορία - ο Καβάφης, με τα ιστοριογραφικά του ποιήματα που εκφράζουν μια βαθιά αίσθηση της Ιστορίας, «προχωρά στη δυναμική ιστοριοποίηση της σύγχρονης εμπειρίας» (για το ιδεολογικό περιεχόμενο αυτών των ποιημάτων, ούτε λέξη). Γευόμαστε έτσι μια καβαφική ομελέτα δίχως καβαφικά αβγά. Διότι, αν ο Καβάφης διαθέτει βαθιά αίσθηση της Ιστορίας, τότε η συνείδηση της συνέχειας του ελληνισμού, την οποία εκφράζει το έργο του, θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
H καβαφική κριτική σήμερα, αν θέλει να είναι λογοτεχνική κριτική, θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα: πώς σε μιαν εποχή γενικής ανυποληψίας των εθνικών, όπως η δική μας, η ελληνοκεντρικού χαρακτήρα ποίηση του Καβάφη κατορθώνει όχι μόνο να διατηρεί αλλά και να αυξάνει τη γοητεία της - να την αυξάνει, μάλιστα, χάρη, ως έναν βαθμό, και στο ελληνοκεντρικό της στοιχείο; Μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα προϋποθέτει την απαλλαγή από τις εξωλογοτεχνικές θεωρητικοκριτικές γενικότητες και την προσεκτική ανάγνωση των καβαφικών ποιημάτων.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
* Ενα κριτικό πρόβλημα
H ποίηση του Καβάφη αποτελεί για τα δεδομένα μιας ισχυρής και σήμερα μερίδας της κριτικής ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, το εξής: Ο Καβάφης είναι ποιητής ελληνοκεντρικός. H κυρίαρχη πολιτισμική θεωρία των τελευταίων δεκαετιών, που επέβαλε τις αρχές της και στη λογοτεχνική θεωρία, είναι αντίθετη προς το ενδιαφέρον για εθνικά ιδεώδη και θέματα, το οποίο χαρακτηρίζει, αδιακρίτως, εθνοκεντρικό (με αυτές τις αρχές επικρίνεται από όχι λίγους σήμερα η ποίηση του Σεφέρη). Ομως η - ολοένα αυξανόμενη - γοητεία της ποίησης του Καβάφη είναι τέτοια, που η επίκρισή της με το αντιεθνοκεντρικό κριτήριο θα έθετε σε κίνδυνο την καλλιτεχνική εγκυρότητα του κριτηρίου και το κύρος του ίδιου του κριτικού. Επρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να ξεπεραστεί το πρόβλημα.
Ετσι ως τρόπος με τη μικρότερη θεωρητική απώλεια επελέγη η μεταβάπτιση ή η αγνόηση του προβλήματος. H μεταβάπτιση ακολούθησε τη μέθοδο των μοναχών του Μεσαίωνα μετονομάζοντας το κρέας σε ψάρι για να μπορέσει να το απολαύσει ή να το εκμεταλλευθεί χωρίς τον κίνδυνο παραβίασης του δόγματος. Με τον τρόπο αυτόν ο Καβάφης από συγγραφέας μιας περιοχής του μείζονος ελληνισμού μεταβλήθηκε σε συγγραφέα της διασποράς. H πίστη στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού (στην «ενότητα της ελληνικής παραδόσεως», όπως την ονομάζει ο Καβάφης), η εξύμνηση της ελληνικότητας ως υπέρτατης, κατά τη γνώμη του, ανθρώπινης ιδιότητας («εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν»), η αναζήτηση της φυλετικής ρίζας, ο Μεγαλοϊδεατισμός και τα συναφή αισθήματα που εκφράζει το καβαφικό έργο, εξουδετερώνονται από την οπτική μιας ανάγνωσης, που ανακαλύπτει στον Καβάφη μια «μοναδική διαθεσιμότητα», η οποία της επιτρέπει να απογυμνώσει την ποίησή του από το βασικό ιδεολογικό χαρακτηριστικό της. «Ο Καβάφης» μας επισημαίνεται «είναι διασπορικός· [...] παρέμεινε διεσπαρμένος χρονολογικά και γεωγραφικά, χωρίς ρίζα, χωρίς νόστο, χωρίς προορισμό»· έτσι εκφράζει έναν «οικουμενικό ελληνισμό», στον οποίο δεν μετρούν έννοιες όπως «λαός, πατρίδα, γλώσσα, καταγωγή», και που το «μόρφωμά του συμπεριλαμβάνει όλους εκείνους που σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και θέση, ανεξαρτήτως καταγωγής και ταυτότητας, ζητούν να κατοικήσουν τη γη εμπνεόμενοι από το αγωνιστικό ήθος της συλλογικής αυτοδιοίκησης».
* Αλλες μορφές παρανάγνωσης
H αγνόηση του προβλήματος εμφανίζεται με δύο μορφές. Στην πρώτη οι ελληνικές αναφορές του Καβάφη παρουσιάζονται ως ασήμαντες και αμελητέες. «Ο Καβάφης» διαβάζουμε «δεν λάτρεψε την ελληνική παράδοση και οι πνευματικές του συνδιαλέξεις είναι κυρίως με ευρωπαϊκά ρεύματα και ποιητές». Με την υποβάθμιση αυτή ο Καβάφης απαλλάσσεται από το αμάρτημα των συνδιαλέξεων με την εθνική παράδοση, που επικρίνονται ως γνώρισμα ενός μοντερνισμού συντηρητικής φύσεως, και τοποθετείται στην πρωτοπορία, δηλαδή στις τάξεις των προοδευτικών μοντερνιστών (μαζί με τον Απολλιναίρ, τους φουτουριστές, τους ντανταϊστές, τους υπερρεαλιστές, τον Μπρεχτ), κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι ο λογοτεχνικός διεθνισμός, «η ιδέα της πολιτικής δράσης» και «η κριτική στάση απέναντι στις κοινωνικές και αισθητικές αξίες».
H δεύτερη μορφή της αγνόησης του προβλήματος προσθέτει στην παρανάγνωση του Καβάφη μιαν ακόμη νότα. Εδώ έχουμε έναν ποιητή προοδευτικό εξ ορισμού, αφού - σε αντίθεση με τον αντιδραστικό Σεφέρη που, εμφορούμενος από το ιδεολόγημα της ελληνικής συνέχειας, μυθοποιεί την Ιστορία - ο Καβάφης, με τα ιστοριογραφικά του ποιήματα που εκφράζουν μια βαθιά αίσθηση της Ιστορίας, «προχωρά στη δυναμική ιστοριοποίηση της σύγχρονης εμπειρίας» (για το ιδεολογικό περιεχόμενο αυτών των ποιημάτων, ούτε λέξη). Γευόμαστε έτσι μια καβαφική ομελέτα δίχως καβαφικά αβγά. Διότι, αν ο Καβάφης διαθέτει βαθιά αίσθηση της Ιστορίας, τότε η συνείδηση της συνέχειας του ελληνισμού, την οποία εκφράζει το έργο του, θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
H καβαφική κριτική σήμερα, αν θέλει να είναι λογοτεχνική κριτική, θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα: πώς σε μιαν εποχή γενικής ανυποληψίας των εθνικών, όπως η δική μας, η ελληνοκεντρικού χαρακτήρα ποίηση του Καβάφη κατορθώνει όχι μόνο να διατηρεί αλλά και να αυξάνει τη γοητεία της - να την αυξάνει, μάλιστα, χάρη, ως έναν βαθμό, και στο ελληνοκεντρικό της στοιχείο; Μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα προϋποθέτει την απαλλαγή από τις εξωλογοτεχνικές θεωρητικοκριτικές γενικότητες και την προσεκτική ανάγνωση των καβαφικών ποιημάτων.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Με αφορμή την Εκθεση που εγκαινιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 09/11/2003 00:00 Το Βήμα (Διασκευή)
Μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας χαρακτηρίζονται οι πηγές οι οποίες δεν
αναπληρώνονται ή αναπληρώνονται εξαιρετικά αργά για τα ανθρώπινα μέτρα
από φυσικές διαδικασίες. Στις μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
περιλαμβάνονται κυρίως ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο,
γνωστά και ως ορυκτά καύσιμα. Βέβαια, η φύση δεν σταματά να δημιουργεί
ούτε άνθρακα ούτε πετρέλαιο.
Η
ενέργεια που εκλύεται κατά τις πυρηνικές αντιδράσεις. Στην πράξη ο όρος
πυρηνική ενέργεια χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ενέργεια που
απελευθερώνεται σε τεράστιες ποσότητες κατά την πυρηνική σχάση, δηλαδή
τη διάσπαση ατομικών πυρήνων προς ελαφρότερους, και κατά την πυρηνική
σύντηξη, δηλαδή την ένωση πυρήνων για το σχηματισμό βαρύτερων. Μη
ελεγχόμενες πυρηνικές αντιδράσεις λαμβάνουν χώρα κατά την έκρηξη της
ατομικής βόμβας ή της βόμβας υδρογόνου. Ελεγχόμενες πυρηνικές
αντιδράσεις χρησιμοποιούνται ως πρωτογενής ενεργειακή πηγή για την
παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και για την παραγωγή μηχανικής
ενέργειας μέσω ειδικών κινητήρων. Έως το 1995 οι εφαρμογές των κινητήρων
που χρησιμοποιούν πυρηνικά καύσιμα περιορίζονταν στη ναυσιπλοϊα
(πολεμικά πλοία, υποβρύχια, παγοθραυστικά, εμπορικά πλοία - σε μικρή
όμως κλίμακα), ενώ διεξάγονταν προσπάθειες και για την κατασκευή
πυρηνικών πυραυλοκινητήρων. Ωστόσο, πολύ σπουδαιότερη για την παγκόσμια
οικονομία είναι η χρήση της πυρηνικής ενέργειας ως πρωτογενούς
ενεργειακής πηγής με τη βοήθεια ειδικών διατάξεων που ονομάζονται
πυρηνικοί αντιδραστήρες.
Ως
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) έχουν οριστεί οι ενεργειακές πηγές,
οι οποίες υπάρχουν εν αφθονία στο φυσικό περιβάλλον. Είναι η πρώτη μορφή
ενέργειας που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος πριν στραφεί έντονα στη χρήση
των ορυκτών καυσίμων.
Οι ΑΠΕ πρακτικά είναι ανεξάντλητες, η χρήση τους δεν ρυπαίνει το
περιβάλλον ενώ η αξιοποίησή τους περιορίζεται μόνον από την ανάπτυξη
αξιόπιστων και οικονομικά αποδεκτών τεχνολογιών που θα έχουν σαν σκοπό
την δέσμευση του δυναμικού τους. Το ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των
τεχνολογιών αυτών εμφανίσθηκε αρχικά μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση
του 1974 και παγιώθηκε μετά τη συνειδητοποίηση των παγκόσμιων σοβαρών
περιβαλλοντικών προβλημάτων την τελευταία δεκαετία.
Για πολλές χώρες, οι ΑΠΕ αποτελούν μια εγχώρια πηγή ενέργειας με
ευνοϊκές προοπτικές συνεισφοράς στο ενεργειακό τους ισοζύγιο,
συμβάλλοντας στη μείωση της εξάρτησης από το ακριβό εισαγόμενο πετρέλαιο
και στην ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού τους εφοδιασμού.
Παράλληλα, συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος,
καθώς έχει πλέον διαπιστωθεί ότι ο ενεργειακός τομέας είναι ο κλάδος που
ευθύνεται κατά κύριο λόγο για τη ρύπανση του περιβάλλοντος. Είναι
χαρακτηριστικό ότι ο μόνος δυνατός τρόπος που διαφαίνεται για να
μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανταποκριθεί στο φιλόδοξο στόχο που έθεσε
το 1992 στη συνδιάσκεψη του Ρίο για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, να
περιορίσει δηλαδή, μέχρι το έτος 2000 τους ρύπους του διοξειδίου του
άνθρακα στα επίπεδα του 1993, είναι να επιταχύνει την ανάπτυξη των ΑΠΕ.